Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Στήθος μάρμαρο - Θεατρικό για την 25η Μαρτίου

Στήθος μάρμαρο

Κωμωδία μονόπρακτη

 

Ελεύθερη διασκευή

Σ.Π.Παπασηφάκης

 

από το διήγημα του

Ιωάννη Κονδυλάκη

«Ο Επικήδειος»

 

Το παρόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί

από σχολεία ή Συλλόγους στα πλαίσια των εκδηλώσεών τους.

Απαραίτητη προϋπόθεση να αναφέρεται το όνομα

του διασκευαστή.

Απαγορεύεται η ανάρτησή του σε ιστοσελίδα ή ιστολόγιο

καθώς και η διασκευή του χωρίς άδεια.

 

               Στήθος μάρμαρο

 

                   Διανομή

        Καμαριανός

        Μιχάλης

        Μανόλης

        Πέτρος

        Πάρεδρος

 

ΣΚΗΝΗ Α

(Στο σπίτι του Καμαριανού. Ένα τυπικό δωμάτιο σε χωριό της Κρήτης, γύρω στα 1890. Στο τραπέζι τρώνε και πίνουνε κρασί ο Καμαριανός και οι τρεις νεαροί, φίλοι του γιου του, ο Μιχάλης, ο Μανόλης και ο Πέτρος)

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: Θα το θεωρούσα μεγάλη προσβολή αν εμάθαινα  ότι περάσατε από επαέ και δεν καταδεχτήκατε να’ ρθετε από το σπίτι.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Εντάξει κυρ Μανόλη, μα δεν είναι δα και σωστό, κάθε τόσο να σας φορτωνόμαστε.

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: Μα τι είναι αυτά που λέτε; Εμένα μου δίνετε μεγάλη χαρά άμα σας σε θωρώ. Είναι σα να βλέπω το γιο μου τον Αλέξανδρο. Κατέχω πως είσαστε φίλοι.

ΜΑΝΟΛΗΣ: Ναι. Τονε συναντήσαμε στην Αθήνα τον …κυρ γιατρό! Έχει εξεταστική και διαβάζει ούλη μέρα.

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: (Με αναπόληση) Τρεις μήνες έχω να τονε δω!... Ας είναι. Στην υγειά σας! (τσουγκρίζουν τα ποτήρια)

ΠΕΤΡΟΣ: Με το καλό να ρθει και με το καλό να αξιωθείς να τονε δεις γιατρό!!! (Παύση) Το κρασί σου κυρ Μανόλη είναι κάθε χρόνο και καλύτερο. Δεν είναι κρασί αυτό! Ανάμα είναι!

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: Πιείτε! Πιείτε! (Ο Καμαριανός έχει κοκκινήσει. Το πουκάμισό του είναι ανοιχτό. Χτυπά το στήθος του) Στήθος μάρμαρο!! Αααα!!! Στήθος μάρμαρο!!! (Ρίχνει και μια στο στήθος του Μανόλη που κάθεται δίπλα του και φωνάζει) Στήθος μάρμαρο!!! Καθίστε να φέρω λίγο κρασί ακόμη. (Παίρνει την κανάτα και πάει να τη γεμίσει)

ΜΑΝΟΛΗΣ: (Πιάνει το στήθος του) Ανε μου δώσει άλλη μια τέτοια, σας το λέω, θα κάμω αιμόπτυση!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Έλα καημένε! Ίντα παθες;

ΜΑΝΟΛΗΣ: Θες ν’ αλλάξουμε θέση;

ΜΙΧΑΛΗΣ: Να μου λείπει. Καλά κάθουμε εδώ που κάθουμε. (Ο Καμαριανός γυρίζει με την κανάτα γεμάτη)

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: Ανε μάθαινε ο γιος μου ότι περάσατε και δε με καταδεχτήκαμε θα στεναχωριότανε. (Παύση) Και που πάτε με το καλό;

ΠΕΤΡΟΣ: Πάμε στο Σπήλι. Μένει ένας φίλος εκεί και μας κάλεσε.

ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ: Στην υγειά σας! (Τσουγκρίζουνε τα ποτήρια)

ΣΚΗΝΗ Β

(Τρεις μήνες μετά. Οι τρεις φίλοι βρίσκονται έξω από το ναό του χωριού. Κάθε τόσο η καμπάνα χτυπά πένθιμα)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τι ήτανε αυτό το ξαφνικό; Σα χτες θυμάμαι που είμαστε στο σπίτι του και τα πίναμε. Φαινότανε μια χαρά!

ΜΑΝΟΛΗΣ: Έτσι είναι αυτά. Κανένας δεν ξέρει πότε θα έρθει η ώρα του.

ΠΕΤΡΟΣ: Το σωστό είναι, για το χατίρι του φίλου μας του Αλέξανδρου, να πούμε μια κουβέντα στην κηδεία. Να τον ξεπροβοδίσουμε το μακαρίτη.

ΜΑΝΟΛΗΣ: Ναι, ετσά ναι το σωστό και ο πιο κατάλληλος γι’ αυτό είσαι συ Μιχάλη.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μα πώς είμαι ο πιο κατάλληλος, αφού δεν εξεφώνησα ποτέ μου επικήδειο;

ΠΕΤΡΟΣ: Μήπως εμείς εκφωνήσαμε; Εσύύ, εσύ πρέπει. Μην ξεχνάς πως είσαι ο λογοτέχνης της παρέας.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μα τι να πω; Ένας αγράμματος γεωργός ήτανε, που δε μπορείς να του πεις παρά μόνο πως ήτανε καλός άνθρωπος.

ΜΑΝΟΛΗΣ: Ε! Αυτά να του πεις.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Μα αυτά δε φτάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε…

ΠΕΤΡΟΣ: Αμφιβάλλεις ότι θα έχει πολεμήσει; Πες εεε πως επολέμησε στα γεγονότα του 66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάσταση του Μαυρογένη…

ΜΑΝΟΛΗΣ: Ναι! Ναι! Του Μαυρογένη!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Καλά είσαστε σοβαροί μωρέ; Δεν το ξέρετε πως η επανάσταση του Μαυρογένη επέρασε χωρίς ν’ ανοίξει μύτη.

ΜΑΝΟΛΗΣ: Τέλος πάντων. Πες πως επολέμησε στα 66 και φτάνει. Και θα’ χει πολεμήσει, δε μπορεί. Εμείς στον Πειραιά, εβγάλαμε αγωνιστή του 21 ένα γέρο που δεν ήξερε πώς πιάνουν το τουφέκι. Όταν πέθανε ο επιστάτης του σχολείου, ευκαιρία γυρεύαμε να μην κάνουμε μάθημα. Είπαμε λοιπόν, δείχνοντας όλη μας τη θλίψη, ότι θέλαμε να ακολουθήσουμε την κηδεία του… καημένου του μπάρμπα Τάσου. Ο γυμνασιάρχης έδωσε την άδεια κι ένας από μας, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ανέλαβε να εκφωνήσει το λόγο. Και τι δεν είπε. Μετέτρεψε τον καημένο το μπάρμπα Τάσο σε λείψανο του ιερού αγώνα. Ξέρεις πώς ετελείωνε ο επικήδειος; (με στόμφο)

Ιδού και άλλο λείψανο του Ιερού Αγώνα

Όπου εις Τούρκων καύκαλα το ξίφος του ακόνα!

ΠΕΤΡΟΣ: Ναι! Και το μόνο όπλο που ίσως είχε πιάσει στα χέρια του ο μπάρμπα Τάσος θα ήταν το …σκουπόξυλο!!! (Γέλια. Ήχος πένθιμης καμπάνας)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Σωπάστε μωρέ. Σε κηδεία είμαστε ή σε γάμο;

ΜΑΝΟΛΗΣ: (γελώντας) Τι θέλεις, να κλαίμε από τώρα; Έχουμε καιρό να κλάψουμε όταν θα ακούσουμε το ρήτορα να εξυμνεί τα ανδραγαθήματα του καπετάν Καμαριανού.

ΜΙΧΑΛΗΣ: (σιγανά) Μετάνιωσα. Δεν θα βγάλω λόγο εγώ. Δε μπορώ. Ας μιλήσει κανείς άλλος ή ας μη μιλήσει κανένας. Δεν είναι απαραίτητο βρε αδερφέ.

ΠΕΤΡΟΣ: Τώρα που το είπαμε στην οικογένεια.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Πότε το είπατε;

ΠΕΤΡΟΣ: Να, προ ολίγου είδα την κόρη του και της είπα ότι θα μιλήσεις. Αφού είχε αποφασισθεί. Εσύ φταις, ας το έλεγες καθαρά πως δε θες, αλλά το άφησες έτσι κι έτσι.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ας είναι. Με πήρατε στο λαιμό σας.

ΜΑΝΟΛΗΣ: Μα γιατί; Είσαι ανόητος; Μήπως πρόκειται να βγάλεις λόγο στα Χανιά; Σ’ ένα χωριό θα μιλήσεις καημένεεε, που θα σ’ ακούσουνε πέντε αγράμματοι χωριάτες.  Πες ότι θες. Ποιος θα καταλάβει ίντα λες; Λόγια μόνο ν’ αραδιάσεις και σα βαρεθείς λες και ένα αιωνία του η μνήμη και τελειώνεις.

ΠΕΤΡΟΣ: (γελώντας) Μα όοχι! Όχι! (με στόμφο σηκώνοντας τα χέρια) Πρέπει να πεις και το «γαίαν έχεις ελαφράν» ή τοοο «χους ει και εις και εις χουν απελεύσει». Ααα! Αρέσουνε στους χωριάτες κάτι τέτοιες αρχαιοελληνικούρες. Κι άμα δεν καταλαβαίνουνε τι λες ακόμα καλύτερα. Θεωρούνε ότι εξεστόμισες μεγάλη σοφία!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Καλά σκάστε τώρα να συμμαζώξω λίγο το μυαλό μου, να δω ίντα θα πω…

ΣΚΗΝΗ Γ

(Δίπλα από το ιερό βρίσκονται ο Μιχάλης, ο Μανόλης, ο Πέτρος και λίγο παραπέρα, ο πάρεδρος του χωριού. Ο Μιχάλης στον επικήδειο κοιτά μπροστά. Μιλά στους θεατές σα να είναι οι παριστάμενοι στην κηδεία. Ακούγεται σιγά η νεκρώσιμος ακολουθία.)

ΠΕΤΡΟΣ: (σιγανά) Εκείνος σας με τσι βράκες απού ψέλνει είναι ο δάσκαλος. Γιάε πώς σε κοιτάει; Δε φταίει αυτός, επήρες του τη δουλειά!

ΜΙΧΑΛΗΣ: (που προσπαθεί να συγκρατήσει τα γέλια του. Οι σκέψεις του ακούγονται από το μεγάφωνο)

{Για φαντάσου λέει, ετσά που’ χει τα χέρια ντου σταυρωμένα, ν’ αρχίσει έξαφνα να χτυπά το στήθος του και να φωνάζει: «Στήθος μάρμαρο», «Στήθος μάρμαρο»} (Με το ζόρι κρατά τα γέλια του. Βάζει το χέρι και φράζει το στόμα του. Σταματά η λειτουργία.)

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Ορίστε.

ΜΙΧΑΛΗΣ: (Παύση) Θλιβερόν καθήκον μας συγκέντρωσε εις τον οίκον τούτον του Θεού.

ΜΑΝΟΛΗΣ: (πίσω του) Μα είναι στενάχωρος και θα σκάσωμε…

ΜΙΧΑΛΗΣ: (ξαναβάζει την παλάμη στο στόμα) Ο προκείμενος νεκρός υπήρξεν ανδρείος διά την πατρίδαν του, φιλόστοργος διά την οικογένειάν του, ευγενής και αγαθός διά τους φίλους του. Τα όρη που υψούνται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, τα Λευκά Όρη λέγω, διηγούνται τας ηρωικάς του πράξεις κατά τον τριετή κρητικόν αγώνα και κατά την επανάστασιν του Μαυρογένη…

ΠΕΤΡΟΣ: (σιγανά στο Μανόλη) Το’ πε!

ΜΙΧΑΛΗΣ: (κοιτάζει τον Πέτρο) …κατά την επανάστασιν του Μαυρογένη, η οποία ανάγκασε το σουλτάνο να συνθηκολογήσει με την μικράν αλλά μεγαλόψυχον Κρήτην. Πεφιλημένε νεκρέ, ανήκεις εις γενεάν γιγάντων και ημιθέων. Το όνομά σου υπήρξε τόσο σεβαστό και τιμημένο για τους φίλους σου, όσο υπήρξε φοβερό για τους εχθρούς σου. Οι Τούρκοι σ’ έτρεμαν. Επάνω εις Τούρκων καύκαλα, ακόνιζες την πάλαν σου…

ΜΑΝΟΛΗΣ: (σιγανά) Το παράκανες καημένε, το τερμάτισες, σε λίγο θα πεις ότι ήταν και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος… 

ΜΙΧΑΛΗΣ: (Παύση) Οοο προκείμενος νεκρός, εεε οοο προκείμενος νεκρός, (Ξαναβρίσκει τον ειρμό του) Ποια οδύνη θα διαπεράσει την καρδιά του προσφιλέστατου υιού σου Αλέξανδρου, όταν μακράν σου ευρισκόμενος θα μάθει τον θάνατόν σου! Γιατί να μη βρίσκεται πλησίον σου, να γλυκάνει τις τελευταίες σου στιγμές, να προσπαθήσει να σε αποσπάσει από τα νύχια του αδυσώπητου θανάτου…

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Πε πράμα και για τ’ άλλα τα παιδιά.

ΜΙΧΑΛΗΣ: (σιγανά) Και πώς τα λένε.

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Ο Αντρουλιός…

ΜΙΧΑΛΗΣ: Ο Αντρουλιός, ο φημισμένος σκοπευτής, ο οποίος ανυπομονεί να συνεχίσει τους ηρωικούς άθλους του φημισμένου πατρός του…

ΜΑΝΟΛΗΣ: Σα δεν το βάλεις κι αυτό, αμούστακο κοπέλι,  να πολεμήσει.. (Κύμα γέλιου έρχεται στα χείλη του Μιχάλη αλλά και των φίλων του)

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Πες και για τη Μαρία…

ΜΙΧΑΛΗΣ: Η Μαρία, το κόσμημα του οίκου σου, η σεμνή και ενάρετος Μαρία…

ΜΑΡΙΑ: (Ακούγεται η φωνή της από τα μεγάφωνα) Μπαμπά μουου, και πώς θα μπαίνω στο έρμο το σπίτι να μη σε θωρώ μπλειό!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κι ήντα θ’ απογίνει εδά που έχασε το στήριγμά της. Ποιος θα την παραδώσει αύριο νυφούλα στην εκκλησία…

ΜΑΡΙΑ: (Ακούγεται πάλι η φωνή της από τα μεγάφωνα) Μπαμπά μουου απού μου το ταξες…

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Ο Νικόλας, η Γαρουφαλιά…

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κι ήντα να πω για το Νικόλα…

ΠΕΤΡΟΣ: Μας έπρηξες πια, κι ήντα να πω, κι ήντα να πω, πες …στήθος μάρμαρο να τελειώνουμε!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Στήθος μάρμαρο, στήθος μάρμαρο, (Χτυπά το στήθος του. Ο Μανόλης και ο Πέτρος αρχίζουν να γελούν. Κι ο Μιχάλης πλέον δεν κρατά τα γέλια. Δύο χέρια, αυτά του παρέδρου, τον αρπάζουν και τον σπρώχνουν προς την έξοδο…)

ΠΑΡΕΔΡΟΣ: Το καλό που σου θέλω φύγε, φύγε γρήγορα….

(Συνεχίζεται η λειτουργία ενώ κλείνει η

                αυλαία 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου